ἀκταίνω

ἀκταίνω
Grammatical information: v.
Meaning: `keep erect' (στάσιν, μένος) (A.); ἀκταίνειν μετεωρίζειν H.; ὑποακταίνοντο ἔτρεμον H. as v. l. in ψ 3 for ὑπερικταίνοντο (πόδες). Also ἀπακταίνων ὁ κινεῖσθαι μη δυνάμενος H.
Other forms: aor. ἀκταινῶσαι (Anakr. s. Immisch Phil. Woch. 48, 908). Unclear ἀκταίζων ἀκτᾳζων, προθυμούμενος, η ὁρμῆς πληρῶν, η μετεωρὶζων H.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: The only suggestion is that it is derived from ἄγω through *ἀκτάω or *ἄκτω (cf. Schwyzer 705f., Mélanges Pedersen 70), doubted by DELG. Cf. Bechtel Lex. For -αίνω cf. κρυσταίνω.
Page in Frisk: 1,60

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀκταίνω — keep pres subj act 1st sg ἀκταίνω keep pres ind act 1st sg ἀ̱κταίνω , ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκταίνω keep pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀ̱κταίνω , ἀκταινόω lift …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακταίνω — ἀκταίνω (Α) (στη φρ.) «ἀκταίνω στάσιν» (διαφ. γραφή «ἀκταίνω βάσιν», Αισχ. Ευμ. 36) σηκώνω, ορθώνω το ανάστημα μου, είμαι όρθιος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Το πιθανότερο είναι πως η λ. συνδέεται με το ἄγω, οπότε το ἀκταίνω είναι επηυξημένος… …   Dictionary of Greek

  • ακταινώ — ἀκταινῶ ( όω) (Α) σηκώνω, υψώνω, κρατώ μετέωρο κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. τού ρήμ. ἀκταίνω*] …   Dictionary of Greek

  • ἀκταινώσῃ — ἀκταίνω keep aor subj mid 2nd sg ἀκταίνω keep aor subj act 3rd sg ἀκταίνω keep fut ind mid 2nd sg ἀ̱κταινώσῃ , ἀκταίνω keep futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱κταινώσῃ , ἀκταίνω keep futperf ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀκταινόω lift up aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκταίνων — ἀκταίνω keep pres part act masc nom sg ἀ̱κταίνων , ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱κταίνων , ἀκταίνω keep imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀκταίνω keep imperf ind act 1st… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκταῖνον — ἀκταίνω keep pres part act masc voc sg ἀκταίνω keep pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκταινῶσαι — ἀκταίνω keep aor inf act ἀκταινόω lift up aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκταίνειν — ἀκταίνω keep pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκταίνουσα — ἀκταίνω keep pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρακταίνων — παρά ἀκταίνω keep pres part act masc nom sg παρᾱκταίνων , παρά ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) παρᾱκταίνων , παρά ἀκταίνω keep imperf ind act 1st sg (doric aeolic) παρά ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) παρά… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπακταίνων — ἀπό ἀκταίνω keep pres part act masc nom sg ἀπᾱκταίνων , ἀπό ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀπᾱκταίνων , ἀπό ἀκταίνω keep imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀπό ἀκταίνω keep imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀπό ἀκταίνω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.